ἀθᾰρη

ἀθᾰ́ρη
Grammatical information: f.
Meaning: `gruel, porridge' (Ar.).
Other forms: also ἀθήρη, f. (Hellanic.); influence of ἀθήρ?)
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unexplained; according to Pliny, N. H. 22, 121, Egyptian. The final in Attic, confirmed by Moeris, would lead to *ἀθαρϜᾱ. Connection with ἀθήρ neither formally nor semantically possible. Egyptian; substr.? Not to Lat. ador (Hamp TPS 1968, 106) as this belongs to Goth. atisk and Iran. ādu `grain' (Szemerényi Studi Pisani 1969, 968f.).
Page in Frisk: 1,27

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀθά — μαράν indeclform (indecl) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αθά Μελίκ Τζουβαϊνί — (13ος αι.). Πέρσης ιστορικός και πολιτικός. Ταξίδεψε στην Ταρταρία, όπου συγκέντρωσε πολύτιμο ιστορικό και γεωγραφικό υλικό. Διετέλεσε δύο φορές κυβερνήτης της Βαγδάτης. Είναι γνωστός για το περίφημο έργο του Ιστορία της κατακτήσεως του κόσμου,… …   Dictionary of Greek

  • Άθα, Βιτάλιος — (Vital Aza,(1851 – 1912). Ισπανός κωμωδιογράφος. Σπούδασε ιατρική αλλά αφιερώθηκε στη λογοτεχνία. Οι 70 κωμωδίες του είναι πλούσιες σε κωμικά ευρήματα. Μερικές παίζονται ακόμη με επιτυχία στα θέατρα. Οι κυριότερες είναι: Ο Άγιος Σεβαστιανός, Ο… …   Dictionary of Greek

  • Μαράν αθά — Μαράν ἀθὰ και Μαραναθά (Α) (συριακή φράση) ο Κύριος έχει έλθει ή έφθασε («εἲ τις οὐ φιλεῑ τὸν Κύριον..., ἤτω ἀνάθεμα μαρὰν ἀθά», ΚΔ) …   Dictionary of Greek

  • Ἀθάνας — Ἀθά̱νᾱς , Ἀθήνη casting vote fem acc pl (doric) Ἀθά̱νᾱς , Ἀθήνη casting vote fem gen sg (doric aeolic) Ἀθά̱νᾱς , Ἀθῆναι the city of Athens fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀθαναία — Ἀθᾱναίᾱ , Ἀθήνη casting vote fem nom/voc/acc dual (doric) Ἀθᾱναίᾱ , Ἀθήνη casting vote fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀθαναίας — Ἀθᾱναίᾱς , Ἀθήνη casting vote fem acc pl (doric) Ἀθᾱναίᾱς , Ἀθήνη casting vote fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀθανᾶν — Ἀθᾱνᾶν , Ἀθήνη casting vote fem gen pl (doric aeolic) Ἀθᾱνᾶν , Ἀθῆναι the city of Athens fem gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀθανάα — Ἀθᾱνάᾱ , Ἀθήνη casting vote fem nom/voc/acc dual (aeolic) Ἀθᾱνάᾱ , Ἀθήνη casting vote fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀθανάας — Ἀθᾱνάᾱς , Ἀθήνη casting vote fem acc pl (aeolic) Ἀθᾱνάᾱς , Ἀθήνη casting vote fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀθανῶν — Ἀθᾱνῶν , Ἀθήνη casting vote fem gen pl (doric) Ἀθᾱνῶν , Ἀθῆναι the city of Athens fem gen pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.